σπόρος ή σπέρμα

Σπερμοβλάστη που μετασχηματίστηκε και αναπτύχθηκε μετά τη γονιμοποίηση και η οποία περιέχει τουλάχιστον το έμβρυο· είναι το τυπικό όργανο πολλαπλασιασμού των ανθόφυτων ή καλύτερα των σπερματόφυτων (= φυτά με σπέρματα). Στα γυμνόσπερμα και στα αγγειόσπερμα ο μετασχηματισμός αυτός γίνεται με τρόπους διάφορους, γι’ αυτό και τα σπέρματα των δύο ομάδων διαφέρουν ως προς τη φυσική διάπλαση. Πραγματικά, στα γυμνόσπερμα η σπερμοβλάστη αποτελείται από ένα απλοειδή ιστό (πρωτογενές ενδοσπέρμιο), στον οποίο βρίσκονται τα αρχεγόνια που περιέχουν το ωοκύτταρο. Μόλις το τελευταίο συγχωνευθεί με τον πυρήνα του άρρενος γαμέτη και από τη γονιμοποίηση δημιουργηθεί ο ζυγώτης, σχηματίζεται ο σ. στον οποίο διακρίνονται τρία μέρη: το έμβρυο, που είναι η μικρογραφία του φυτού και σχηματίζεται με την ανάπτυξη και τους διαδοχικούς μετασχηματισμούς του ζυγώτη· το ενδοσπέρμιο, πλούσιο σε αποθησαυριστικές ουσίες· το περισπέρμιο ή κέλυφος, δηλαδή το σκληρό και αδιάβροχο προστατευτικό περίβλημα, που σχηματίζεται με αποξύλωση των χιτώνων της σπερμοβλάστης. Το τελευταίο αυτό, μπορεί να δημιουργήσει ένα στρώμα πιο εξωτερικό, επίσης αποξυλωμένο, κατά τρόπο ώστε να σχηματίζει ένα ψευδοαχαίνιο ή ένα ψευδοσαμάριο (π.χ. έλατο, πεύκο) ή μπορεί να επενδύεται από κυπελλόμορφο περιχιτώνιο (π.χ. τάξος ή ίταμος) ή ακόμα να γίνεται σαρκώδες (π.χ. γίγκο)· τα σ. στα γυμνόσπερμα δεν περικλείονται μέσα σε καρπό, αφού προέρχονται από σπερμοβλάστες ακάλυπτες, γυμνές. Στα αγγειόσπερμα, αντίθετα, όταν οι πυρήνες των αρρένων γαμετών μπαίνουν στον εμβρυώδη σάκκο, συμβαίνει μια διαδικασία γνωστή ως «διπλή γονιμοποίηση»: ένας από αυτούς συγχωνεύεται με το ωοκύτταρο, το γονιμοποιεί και σχηματίζει το ζυγώτη και ο άλλος ενώνεται με το δευτερεύονται πυρήνα του εμβρυόσακκου και δίνει τον πρώτο πυρήνα αυτού που θα αποτελεί το ενδοσπέρμιο. Το γονιμοποιημένο ωοκύτταρο (ζυγώτης) μερίζεται και δίνει δύο κύτταρα, από τα οποία το προς τα άνω, δια νέων μερισμών, δίνει τον αναρτήρα του εμβρύου ή εμβρυοφόρο και το άλλο (προεμβρυακό), ύστερα από διαδοχικούς μερισμούς, σχηματίζει το έμβρυο, με μία ή δύο κοτυληδόνες (φυτά μονοκοτυλήδονα και δικοτυλήδονα). Ωστόσο, ο ενδοσπερμικός πυρήνας μερίζεται αλλεπάλληλα και σχηματίζει έναν ιστό, συνήθως συμπαγή, στα κύτταρα του οποίου μαζεύονται αποθησαυριστικές ουσίες (άμυλα, λίπη και πρωτεΐνες) που μπορούν να απορροφηθούν από το έμβρυο κατά την ανάπτυξη και να συγκεντρωθούν στις κοτυληδόνες του (σ. χωρίς ενδοσπέρμιο, π.χ. φασόλι) ή, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις, παραμένουν στο σπέρμα και στο έμβρυο, που φέρεται από τον αναρτήρα, είναι βυθισμένα σ’ αυτές (σ. με ενδοσπέρμιο). Ανάλογα με τις θρεπτικές ουσίες που περιέχονται σ’ αυτό κατά μεγαλύτερο ποσοστό, το ενδοσπέρμιο μπορεί να είναι αμυλώδες (σ. αμυλώδεις, π.χ. σιτηρά), ελαιώδες (σ. ελαιοφόροι, π.χ. ρίκινο, καρύδι κλπ.) ή λευκωματώδες. Το ενδοσπέρμιο και το έμβρυο, καθώς αναπτύσσονται, απορροφούν συνήθως τον κεντρικό πυρήνα της σπερμοβλάστης: σε λίγες περιπτώσεις (κεντρόσπερμα) το ενδοσπέρμιο μένει πολύ μικρό και ο κεντρικός πυρήνας της σπερμοβλάστησης μετασχηματίζεται σε αποθησαυριστικό ιστό, το περισπέρμιο, το οποίο, όπως το ενδοσπέρμιο, καταναλώνεται από το έμβρυο κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης του σ. και του φυτρώματός του. Τέλος, οι χιτώνες (εσωτερικός και εξωτερικός) της σπερμοβλάστης μετασχηματίζονται στο κάλυμμα του σπέρματος, που αποτελείται συνήθως από ένα πιο εξωτερικό και στερεό στρώμα και ένα εσωτερικό. Γενικά λείο, το κάλυμμα παρουσιάζει ωστόσο ποικιλόμορφα εξαρτήματα ή είναι σκεπασμένο από κερί ή φέρει τρίχες (σ. του βαμβακιού και της λεύκης) ή μεμβρανώδεις πτέρυγες· εξάλλου μπορεί να είναι υδατώδες - διαφανές κατά την ωρίμαση, όπως συμβαίνει στους σ. του ροδιού, ή να γίνεται γλοιώδες κατά την επαφή με νερό και υγρασία (π.χ. του λιναριού)· όλα αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν ως σκοπό τη διευκόλυνση της διασποράς των σ. (ανεμόφιλα, ζωόφιλα κλπ.), τη τόνωση της φυτρωτικής τους ικανότητας και συνεπώς της ζωτικότητας τους. Την ίδια σημασία έχουν τα εξωτερικά εξογκώματα του καλύμματος, που παρουσιάζονται με τη μορφή του σαρκίου (π.χ. μασίς του μοσχοκάρυδου, σ. του ευώνυμου κλπ.) ή ακόμα, του στροφιλιού (π.χ. σ. του χελιδόνιου), τα οποία προέρχονται από τους ιστούς που είναι παρά την ομφαλική κηλίδα, τη μικροπύλη και τη ραφή της σπερμοβλάστης: ενίοτε μάλιστα το σαρκίο επιμηκύνεται σε φυμάτιο (π.χ. σ. του ρίκινου). Ποικίλλουν επίσης πάρα πολύ οι σ. και ως προς τη μορφή και τις διαστάσεις από τους πάρα πολύ μικρούς (ορχιδιίδες και μουσίδες γενικά: μικρόσπερμα) έως τους καταπληκτικά μεγάλους, όπως οι καρύδες του κοκκοφοίνικα· έτσι ανόμοια είναι σχεδόν και η εμβρυακή ανάπτυξη στους διάφορους σπόρους. Το έμβρυο είναι η μικρογραφία του φυτού από το οποίο προέρχεται και περιλαμβάνει, στα διάφορα μέρη του, τα αρχέτυπα των φύλλων, του βλαστού και των ριζών· μπορεί να είναι ευθύ ή καμπυλωτό, αλλά πάντοτε διατεταγμένο κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται, όσο το δυνατόν πιο πολύ, από τα πιο πάνω αναφερθέντα τμήματα του σπόρου. Βλ. λ. καρπός. Σπόροι στραμώνιου (δατούρα η στραμώνα). Σπόροι καρπουζιού. Σπόροι μοσχοκάρυδου (μυριστική η ευώδης). Σπόρος με μεμβρανώδη επέκταση. Σπόροι ελλέβορου. Σπόροι πεύκου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σπόρος — ο, ΝΜΑ 1. η πράξη και το αποτέλεσμα τού σπείρω, η σπορά, το σπάρσιμο (α. «άρχισε νωρίς νωρίς ο σπόρος» β. «καὶ γὰρ νεατὸς καὶ σπόρος καὶ φυτεία... ὑπαίθρια... ἔργα ἐστίν», Ξεν.) 2. καθετί που σπέρνεται στη γη για να βλαστήσει, το σπέρμα… …   Dictionary of Greek

  • σπέρμα — (Βιολ.). Το έκκριμα των όρχεων του άνδρα. Βλ. λ. ουρογεννητικό σύστημα. * * * το, ΝΜΑ 1. σπόρος φυτού (α. «τα σπέρματα τών αγγειόσπερμων φυτών» β. «σπέρματα δάσσασθαι και ἐπισπορίην ἀλέασθαι», Ησίοδ.) 2. φυσιολογικό υγρό που αποτελείται από… …   Dictionary of Greek

  • σπόρος — ο 1. σπέρμα οποιουδήποτε καρπού. 2. σπέρματα κατάλληλα για σπορά: Αγόρασε σπόρους για το λαχανόκηπό του. 3. σπέρμα ανθρώπου ή ζώου. 4. πρώτη αφορμή, αφετηρία κάποιου γεγονότος: Ο σπόρος που έριξε ο Ρήγας δεν άργησε να φυτρώσει. 5. μτφ.,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σπέρμα — το 1.σπόρος. 2. πυρήνας καρπού, κουκούτσι. 3. το έκκριμα των γεννητικών οργάνων του άντρα ή γενικά των αρσενικών ζώων με το οποίο γίνεται η γονιμοποίηση των θηλυκών ωαρίων. 4. απόγονος, τέκνο: Είναι σπέρμα διαβόλου αυτό το παιδί. 5. πρώτη αφορμή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σινάπι — Όνομα με το οποίο είναι γνωστά τα φυτά σίναπις η λευκή και σίναπις η μελάνη, που ανήκουν στην οικογένεια των Σταυρανθών ή Κρουτσιφόρων (δικοτυλήδονα) και είναι πόες άγριες και κοινές, ακόμα και στα ακαλλιέργητα εδάφη των εύκρατων περιοχών. Η… …   Dictionary of Greek

  • κερασβόλος — κερασβόλος, ον (Α) 1. αυτός που χτυπήθηκε από κέρατο 2. μτφ. (για πρόσ.) άκαμπτος, επίμονος, ισχυρογνώμων («μή τις ἐγγίγνηται τῶν πολιτῶν ἡμῑν οἷον κερασβόλος, ὅς ἀτεράμων εἰς τοσοῡτον φύσει γίγνοιτ ἂν ὥστε μὴ τήκεσθαι», Πλάτ.) 3. φρ. «κερασβόλον …   Dictionary of Greek

  • ολιγόσπορος — ὀλιγόσπορος, ον (Α) (για πρόσ.) αυτός που έχει λίγο σπέρμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο) (βλ. λ.λιγο ) + σπόρος (< σπόρος < σπείρω)] …   Dictionary of Greek

  • σιναπόσπορος — ο, Ν σπόρος, σπέρμα σιναπιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σινάπι «είδος φυτού» + σπόρος] …   Dictionary of Greek

  • σπείρω — ΝΜΑ, και σπέρνω Ν, και αιολ. τ. σπέρρω Α 1. ρίχνω σπόρο στο έδαφος για να βλαστήσει (α. «τίποτε ξεχωριστό λουλούδι δε θα σπείρω», Παλαμ. β. «ἔσπειρεν ἐπὶ τὴν γῆν τὴν αγαθήν», ΚΔ γ. «σῑτον δὲ καὶ σπείρουσι καὶ σιτέονται», Ηρόδ.) 2. γονιμοποιώ,… …   Dictionary of Greek

  • ՍԵՐՄՆ — (ման, մունք կամ մունք, մանց.) NBH 2 0709 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 7c, 8c, 12c, 14c գ. ՍԵՐՄՆ կամ ՍԵՐՄ եւ ՍԵՐՄԱՆԻՔ. լծ. յն. եւ լտ. σπέρμα, σπόρος, σπορά semen, satum, satio, sparsio. Նիւթ եւ հիւթ ցանելի՝ սկիզբն… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.